
Τα «χαμένα» γερμανικά καταφύγια του Θεριανού: Mια έρευνα στην Αχαΐα, από τον Κωνσταντίνο Κυρίμη
Bunker Archaeology, Photo gallery, Then and Now, WW2 in Greece, WW2 WrecksΚείμενο, έρευνα: Κωνσταντίνος Κυρίμης
Φωτογραφίες: Γιάννης Αρσενιάδης, Κωνσταντίνος Κυρίμης

Υπήρχαν πράγματι 500 μέτρα υπόγειων στοών; Τι κρύβουν δύο ξεχασμένα έργα της γερμανικής Κατοχής και ποια σχέση μπορεί να είχαν με την αντιαεροπορική άμυνα της περιοχής;
Το καλοκαίρι του 2026, μια είδηση από την Αχαΐα προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους φίλους της στρατιωτικής ιστορίας. Τοπικό δημοσίευμα έκανε λόγο για την ανακάλυψη δύο γερμανικών καταφυγίων στο Θεριανό, κοντά στην Πάτρα. Το ένα χαρακτηριζόταν ως «μικρό», ενώ το δεύτερο παρουσιαζόταν ως ένα εντυπωσιακό υπόγειο συγκρότημα με στοές μήκους άνω των 500 μέτρων. Η πληροφορία αυτή δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Ένα άγνωστο μέχρι πρόσφατα γερμανικό υπόγειο έργο τέτοιας έκτασης θα αποτελούσε ασφαλώς ενδιαφέρον εύρημα για την έρευνα της στρατιωτικής κληρονομιάς της Κατοχής στην Αχαΐα.

Χάρη στο πνεύμα του μεταπτυχιακού φοιτητή, ο οποίος εντόπισε την αναφορά, φαίνεται ότι τα φατνώματα/θυρίδες είναι προβλεπόμενου τύπου Siegfried, για την προστασία προσωπικού από βομβαρδισμούς.
Έτσι o γράφων οργάνωσε μια μικρή ερευνητική αποστολή στο Θεριανό. Με τη βοήθεια του κ. Νάσου Κουμάντου, καθηγητή του Τμήματος Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Πατρών, ήρθαμε σε επαφή με τον κ. Άγγελο Γκουντάνη, πρόεδρο της κοινότητας Θεριανού. Σκοπός μας ήταν απλός: να εντοπίσουμε τα δύο έργα, να μπούμε στις στοές και να δούμε τι πραγματικά υπήρχε κάτω από το έδαφος.

Πριν από την είσοδο στις στοές
Η έρευνα ξεκίνησε με μια συνάντηση που αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη. Ο κ. Νικόλαος Γκουντάνης, κάτοικος του χωριού και γεννημένος το 1939, μας έδωσε πληροφορίες για την παρουσία των κατοχικών δυνάμεων στην περιοχή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το Θεριανό είχε χρησιμοποιηθεί κατά την Κατοχή ως έδρα των τοπικών κατοχικών δυνάμεων, λόγω της στρατηγικής θέσης του. Η παρουσία τους δεν περιοριζόταν σε ένα απλό σημείο εγκατάστασης.

Το χωριό είχε ενισχυθεί με διάφορα αμυντικά έργα, μεταξύ των οποίων πρόχειρα πολυβολεία, έργα από σκυρόδεμα τύπου «Tobruk», ορύγματα, περίφραξη και σκοπιές. Οι κάτοικοι υποχρεώνονταν να συμμετέχουν καθημερινά σε εργασίες για τις ανάγκες των κατοχικών αρχών. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβανόταν και η διάνοιξη των υπόγειων στοών. Οι πληροφορίες αυτές έδιναν ένα πρώτο σημαντικό στοιχείο: τα δύο έργα δεν βρίσκονταν απομονωμένα από το στρατιωτικό περιβάλλον της εποχής. Εντάσσονταν σε μια ευρύτερη αμυντική οργάνωση της περιοχής.

Το καταφύγιο που χάθηκε μέσα στη βλάστηση
Η ιστορία του μεγαλύτερου από τα δύο έργα ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, σύμφωνα με τον κ. Άγγελο Γκουντάνη, το καταφύγιο ήταν γνωστό στους κατοίκους και σχετικά εύκολα προσβάσιμο. Βρισκόταν σε μια μικρή χαράδρα και αποτελούσε συχνό προορισμό των παιδιών του χωριού. Στη συνέχεια, όμως, η φύση έκανε αυτό που δεν είχε κάνει ο χρόνος. Η βλάστηση πυκνώθηκε, η πρόσβαση έγινε ολοένα δυσκολότερη και η ακριβής θέση του καταφυγίου σταδιακά ξεχάστηκε.

Για περίπου πενήντα χρόνια το έργο παρέμεινε ουσιαστικά εκτός ανθρώπινης δραστηριότητας. Μια μεγάλη πυρκαγιά στην περιοχή άλλαξε τα δεδομένα. Η αποψίλωση που προκάλεσε επέτρεψε την εκ νέου αναζήτηση του καταφυγίου. Ο κ. Γκουντάνης κατάφερε να εντοπίσει την είσοδο και να προχωρήσει περίπου 20 μέτρα στο εσωτερικό της. Πιο πέρα, όμως, δεν προχώρησε. Η κατάσταση των στοών δεν επέτρεπε εύκολη ή ασφαλή μετακίνηση. Η δική μας επίσκεψη θα ήταν, επομένως, η πρώτη προσπάθεια εδώ και περίπου μισό αιώνα να εξεταστεί το έργο σε όλο το μήκος που ήταν δυνατό να προσεγγιστεί.

55 μέτρα στοών στο «μικρό» καταφύγιο
Το πρώτο έργο αποδείχθηκε σχετικά εύκολο να εντοπιστεί και να εξεταστεί. Πρόκειται για ένα απλό υπόγειο σύμπλεγμα τριών στοών σε διάταξη «Π». Υπάρχουν δύο είσοδοι, μία σε κάθε πλευρά της κατασκευής, οι οποίες οδηγούν προς μια εγκάρσια κεντρική στοά. Οι δύο στοές εισόδου έχουν μήκος περίπου 10 μέτρων η καθεμία, ενώ η κεντρική στοά περίπου 35 μέτρα. Το συνολικό ανάπτυγμα ανέρχεται έτσι περίπου στα 55 μέτρα. Το πλάτος των στοών κυμαίνεται μεταξύ 1,5 και 2 μέτρων. Οι είσοδοι είναι κατηφορικές και έχουν διανοιχθεί στο πρανές ενός λόφου. Το ενδιαφέρον είναι ότι, παρά το μικρό σχετικά μέγεθος της εγκατάστασης, η σημερινή της θέση είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστεί.

Η βλάστηση έχει καλύψει σε μεγάλο βαθμό τα ανοίγματα και κάποιος μπορεί να βρίσκεται σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων χωρίς να αντιληφθεί την ύπαρξή τους. Στην κεντρική στοά υπάρχουν εννέα πλευρικά φατνώματα. Το εμβαδόν τους κυμαίνεται περίπου από 1 έως 4 τ.μ. Η μορφή τους είναι ένα από τα στοιχεία που αξίζουν προσοχής. Οι διαστάσεις τους φαίνεται να παραπέμπουν περισσότερο σε χώρους αποθήκευσης παρά σε κανονικούς χώρους παραμονής προσωπικού. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η κατασκευή των στοών. Δεν υπάρχει επένδυση από σκυρόδεμα. Το έργο έχει ουσιαστικά λαξευτεί απευθείας στον βράχο. Η χαμηλή συνεκτικότητα του εδάφους έχει επιφέρει σημαντικές καταπτώσεις. Σε αρκετά σημεία η οροφή και τα τοιχώματα έχουν υποχωρήσει, περιορίζοντας σήμερα το εσωτερικό ύψος περίπου στο 1–2 μέτρα.¹

Καταφύγιο ή αποθήκη πυρομαχικών;
Σε αυτό το σημείο προέκυψε ένα σημαντικό ερώτημα. Ήταν πράγματι ένα τυπικό γερμανικό καταφύγιο προσωπικού; Η απάντηση δεν φαίνεται να είναι καταφατική. Η απλή κατασκευή, η απουσία σκυροδέματος και η διαμόρφωση των πλευρικών φατνωμάτων δημιουργούν την εντύπωση ότι ο αρχικός προορισμός του έργου μπορεί να ήταν διαφορετικός. Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι χρησιμοποιήθηκε ως υπόγειος αποθηκευτικός χώρος, πιθανώς για πυρομαχικά.

Αυτό, βέβαια, δεν αποκλείει την προσωρινή προστασία προσωπικού σε περίπτωση αεροπορικής επίθεσης. Ένα ακόμη στοιχείο ενισχύει αυτή την υπόθεση. Η μελέτη γερμανικού χάρτη της 15ης Ιουλίου 1943 δείχνει έντονη παρουσία αντιαεροπορικών πυροβόλων στην περιοχή.² Επομένως, τα υπόγεια έργα του Θεριανού θα πρέπει να εξετάζονται όχι ως μεμονωμένα «καταφύγια», αλλά στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατιωτικής διάταξης της περιοχής.

Και τα «500 μέτρα»;
Η στιγμή της αλήθειας ήρθε με την εξερεύνηση του δεύτερου έργου. Η πρόσβαση δεν ήταν εύκολη. Ένα απότομο μονοπάτι οδηγούσε προς τη μικρή χαράδρα όπου, στα τοιχώματά της, εντοπίστηκαν τελικά δύο είσοδοι. Η μία ήταν πλήρως αποκλεισμένη. Η δεύτερη ήταν προσβάσιμη, αλλά μόνο με έρπειν. Και εδώ άρχισε να ξεκαθαρίζει το μυστήριο. Οι πολυδιαφημισμένες «στοές άνω των 500 μέτρων» δεν υπήρχαν. Το δεύτερο έργο ήταν, σε γενικές γραμμές, πολύ παρόμοιο με το πρώτο. Η διάταξη, οι διαστάσεις και ο τρόπος κατασκευής παρουσίαζαν σημαντικές ομοιότητες. Δεν επρόκειτο για ένα τεράστιο υπόγειο συγκρότημα, αλλά για ένα ακόμη σχετικά μικρό σύστημα στοών. Η κατάσταση διατήρησής του, μάλιστα, ήταν χειρότερη από εκείνη του πρώτου. Τμήματα της οροφής και των τοιχωμάτων είχαν καταρρεύσει, καθιστώντας την κίνηση στο εσωτερικό ακόμη δυσκολότερη. Η πραγματικότητα ήταν επομένως πολύ λιγότερο εντυπωσιακή από τον αρχικό θρύλο. Αλλά ίσως περισσότερο ενδιαφέρουσα για τον ερευνητή.

Από τον «αστικό θρύλο» στην αρχαιολογία του πολέμου
Η αυτοψία στο Θεριανό δεν αποκάλυψε ένα τεράστιο γερμανικό υπόγειο συγκρότημα. Αποκάλυψε όμως κάτι εξίσου χρήσιμο: δύο μικρά και σχετικά απλά έργα που εντάσσονται σε ένα ευρύτερο στρατιωτικό τοπίο της Κατοχής και τα οποία είχαν σχεδόν εξαφανιστεί από τη συλλογική μνήμη. Από μόνα τους τα δύο έργα δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη οχυρωματική ή αρχιτεκτονική αξία. Η κατασκευή τους είναι απλή και οι διαστάσεις τους περιορισμένες. Η ιστορία τους, όμως, είναι χαρακτηριστική. Για δεκαετίες παρέμειναν κρυμμένα στη βλάστηση. Η ακριβής θέση του ενός ξεχάστηκε. Μια πυρκαγιά αποκάλυψε ξανά το τοπίο και επέτρεψε την επανεύρεσή του. Και μια δημοσιογραφική αναφορά, βασισμένη σε τοπικές πληροφορίες, ήταν αρκετή για να δημιουργηθεί η εικόνα ενός τεράστιου υπόγειου δικτύου. Τελικά, τα 500 μέτρα δεν βρέθηκαν. Βρέθηκε όμως κάτι που ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία για την ιστορική έρευνα: ένα ακόμη μικρό κομμάτι του άγνωστου μέχρι σήμερα στρατιωτικού τοπίου της Κατοχής στην Αχαΐα. Η περίπτωση του Θεριανού υπενθυμίζει ότι οι υπόγειες εγκαταστάσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξακολουθούν, 85 και πλέον χρόνια μετά, να κρύβονται κάτω από τη σύγχρονη ελληνική ύπαιθρο. Και μαζί τους επιβιώνουν μνήμες, προφορικές μαρτυρίες και τοπικοί θρύλοι που περιμένουν να ελεγχθούν και να μετατραπούν σε τεκμηριωμένη ιστορική γνώση.

Σημειώσεις
- Σύμφωνα με τον κ. Νικόλαο Γκουντάνη, οι στοές διέθεταν αρχικά ισχυρή υποστήριξη από ξύλινες δοκούς. Οι δοκοί αφαιρέθηκαν μεταπολεμικά από κατοίκους της περιοχής και χρησιμοποιήθηκαν εκ νέου σε ειρηνικές κατασκευές.
- Lagekarte, der ital. Truppen und der, dem ital. VIII. A.K. unterstellten, deutschen Truppen. Stand 15.7.43.

