
Ιστορικά ντοκουμέντα αποκαλύπτουν: Η βύθιση του Marie Maersk στη Σαλαμίνα το 1941
Shipwrecks, WW2, WW2 in Greece, WW2 WrecksΚείμενο, έρευνα: Γιώργος Καρέλας
Αφορμή για τη συγγραφή του άρθρου υπήρξε η δημοπράτηση αυθεντικής φωτογραφίας που τραβήχτηκε από αεροπλάνο της Luftwaffe την περίοδο της Γερμανικής εισβολής και απέκτησα όταν κατάφερα να αναγνωρίσω το εικονιζόμενο πλοίο που μόλις είχε βυθιστεί.
Το Marie Mærsk ήταν ένα δανέζικο δεξαμενόπλοιο (τάνκερ) 8.271 κόρων, το οποίο είχε επιταχθεί από τις συμμαχικές δυνάμεις (υπό Βρετανικό έλεγχο)
και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε επιχειρήσεις στην Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με αποκορύφωμα τη δραματική του ιστορία την άνοιξη του 1941.
Η πορεία και η «περιπέτειά» του στην Ελλάδα περιλαμβάνει τα εξής κύρια γεγονότα:
- Μεταγωγικές Επιχειρήσεις: Πριν από τη γερμανική εισβολή, το πλοίο χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά εφοδίων και έφεδρων στρατιωτών/κτηνών από τα ελληνικά νησιά (π.χ. Χίο, Μυτιλήνη, Νάξο) προς τον Πειραιά στο πλαίσιο της ελληνικής πολεμικής κινητοποίησης.
- Η αεροπορική επίθεση στην Κρήτη (Μάρτιος 1941): Στις 21 Μαρτίου 1941, ενώ συμμετείχε στη συμμαχική νηοπομπή AN.21 πλέοντας βόρεια της Κρήτης, μεταφέροντας μαζούτ (fuel oil) το τάνκερ δέχθηκε σφοδρό βομβαρδισμό από Γερμανικά αεροσκάφη Junkers Ju 88
Η επίσημη αναφορά της επίθεσης (21 Μαρτίου 1941) αναφέρει :
Ώρα 16:10, ενώ το πλοίο βρισκόταν περίπου 80 ναυτικά μίλια ανοιχτά του κόλπου της Σούδας στην Κρήτη, δέχθηκε ξαφνική επίθεση από 2 εχθρικά αεροπλάνα. Το πλοίο χτυπήθηκε απευθείας από 3 βόμβες. Η 1η Βόμβα έπληξε το πάνω μέρος του καταστρώματος πλοήγησης (γέφυρα), καταστρέφοντας ολοσχερώς το τιμονιέρα. Από αυτό το πλήγμα σκοτώθηκαν ακαριαία 3 μέλη του πληρώματος και τραυματίστηκαν 2. Η 2η Βόμβα χτύπησε τη δεξιά πλευρική δεξαμενή Νο. 3 ( Nr. 3 Sidetank), προκαλώντας αμέσως μεγάλη πυρκαγιά στο πετρέλαιο και τα κάρβουνα, ενώ τραυματίστηκαν ελαφρά άλλα 2 άτομα. Η 3η βόμβα χτύπησε τη δεξιά πλευρική δεξαμενή Νο. 4 . Το πλήρωμα το εγκατέλειψε, αλλά ο Αυστραλός υποπλοίαρχος C. G. Hill από το αντιτορπιλικό HMAS Waterhen επιβιβάστηκε στο φλεγόμενο πλοίο με ομάδα ναυτών. Κατάφεραν να σβήσουν τη φωτιά και να οδηγήσουν το τάνκερ στον Κόλπο της Σούδας. Παρά τον κίνδυνο μιας γιγαντιαίας έκρηξης (καθώς το πλοίο μετέφερε καύσιμα), κατάφεραν να θέσουν υπό έλεγχο την πυρκαγιά. Το HMAS Waterhen ρυμούλκησε το πλοίο με ασφάλεια μέχρι τον κόλπο της Σούδας, μια επιχείρηση που θεωρήθηκε άθλος στα επίσημα Βρετανικά πολεμικά ανακοινωθέντα. Κατά την επίθεση πάντως καταγράφηκαν και οι κάτωθι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές
Groiner, G. (50 ετών, Λοστρόμος/Boatswain)
Haffner, Volmer (23 ετών, Βοηθός Μαγείρου)
Hansen, Ingolf (34 ετών, Ύπαρχος/Second Officer)
Jacobsen, K. (36 ετών, Ναύτης από τα Νησιά Φερόες)
O’Ksen, Nils (30 ετών, Τρίτος Αξιωματικός)
Riff, Erik (30 ετών, Ναύτης)

- Η βύθιση στη Σαλαμίνα (Απρίλιος 1941): Αφού ρυμουλκήθηκε κατέπλευσε για επισκευές και εκφόρτωση στη Σαλαμίνα .Το Marie Mærsk βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο των σφοδρών γερμανικών αεροπορικών επιθέσεων της Luftwaffe. Λόγω του ότι το κεντρικό λιμάνι του Πειραιά είχε ήδη υποστεί τεράστιες καταστροφές (ειδικά μετά την ανατίναξη του Βρετανικού πλοίου Clan Fraser στις 6 Απριλίου που ισοπέδωσε ακόμα και τους προβλήτες), πολλά μεγάλα πλοία κατέφευγαν για μεγαλύτερη ασφάλεια σε γύρω όρμους. Έτσι, το Marie Mærsk αγκυροβόλησε στα Αμπελάκια της Σαλαμίνας, όπου τελικά εντοπίστηκε από τους Γερμανούς πιλότους και βυθίστηκε στις 12 Απριλίου.
Η επίθεση της 12ης Απριλίου πραγματοποιήθηκε από γερμανικά αεροπλάνα Heinkel He 111 της Kampfgeschwader 4 / KG 4.
Κατά τη διάρκεια των σφοδρών γερμανικών αεροπορικών επιθέσεων, το μεγάλο δεξαμενόπλοιο βυθίστηκε στον όρμο των Αμπελακίων στη Σαλαμίνα, με αποτέλεσμα μάλιστα να υπάρξουν και απώλειες σε ανθρώπινες ζωές χωρίς πάραυτα να επιτευχθεί άμεσο χτύπημα επάνω στο πλοίο.
Από τη ναυτική ανάκριση στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 1941 και την ακρόαση στην Κοπεγχάγη στις 7 Ιουλίου 1941 προέκυψαν οι ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τον βομβαρδισμο
Περίπου στις 22:00 (ΣΣ. μια μέρα πριν την πανσέλληνο), το M.M., το οποίο ήταν αγκυροβολημένο στον κόλπο του Αγίου Γεωργίου, δέχθηκε επίθεση από Γερμανικά αεροσκάφη που έριχναν βόμβες.
Το πλοίο δεν χτυπήθηκε απευθείας· ωστόσο, τα ωστικά κύματα από τις εκρήξεις κατέστρεψαν τέσσερα έδρανα της μηχανής και τμήμα του ηλεκτρολογικού συστήματος.. Το πλοίο δεν χτυπήθηκε από εκρηκτικές βόμβες, αλλά οι εκρήξεις προκάλεσαν ρήγμα στο κύτος του M.M. που οδηγούσε στο μηχανοστάσιο, με αποτέλεσμα να εισρεύσουν μεγάλες ποσότητες νερού.
Περίπου μία ώρα αργότερα, ξέσπασε πυρκαγιά στο μαγειρείο —πιθανότατα από την εμπρηστική βόμβα. Το πλήρωμα, το οποίο είχε αναζητήσει καταφύγιο στην ξηρά κατά τη διάρκεια της επίθεσης, επέστρεψε στο πλοίο μόλις αυτή έληξε και προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά· ωστόσο, καθώς οι ηλεκτρικές αντλίες στο μηχανοστάσιο είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας από την ισχύ των εκρήξεων, δεν κατέστη δυνατή καμία ενέργεια.
Έγιναν προσπάθειες εξασφάλισης βοήθειας από την ξηρά, αλλά οι επιχειρήσεις πυρόσβεσης ξεκίνησαν περίπου 24 ώρες αργότερα, διάστημα κατά το οποίο το μηχανοστάσιο είχε γεμίσει νερό. Το πλοίο, το οποίο παρέμενε στην επιφάνεια έως την 20η Απριλίου, τελικά βυθίστηκε
Οι απώλειες σύμφωνα με την επίσημη αναφορά από τα αρχεία των Δανέζικων Ναυτικών Ατυχημάτων (Dansk Søulykke-Statistik 1941)
- Castro, M. A. (30 ετών) – Λιπαντής (Greaser)
- Christensen, A. (41 ετών) – Λιπαντής (Greaser)
- Johansen, Carlo (23 ετών) – Ναύτης (Ordinary Seaman)
- Poulsen, S. (25 ετών) – Ναύτης από τα Νησιά Φερόες (Able Seaman) (Γιος των Joen Magnus και Rachel Poulsen)
(Σημείωση: Αν και οι ελληνικές ιστορικές πηγές αναφέρουν συνολικά 8 ανθρώπινες απώλειες στο ναυάγιο της Σαλαμίνας, οι παραπάνω τέσσερις είναι οι ταυτοποιημένοι ναυτικοί που ανήκαν στο επίσημο βρετανικό/συμμαχικό μητρώο του πλοίου και μνημονεύονται ονομαστικά στα ναυτικά αρχεία. Οι υπόλοιποι ενδέχεται να ήταν ντόπιοι λιμενεργάτες ή βοηθητικό προσωπικό).
Μετέπειτα τύχη: Αν και το πλοίο κάθισε στον βυθό στα Αμπελάκια, δεν καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι δυνάμεις του Άξονα (που είχαν τεράστια ανάγκη από δεξαμενόπλοια στη Μεσόγειο) ξεκίνησαν αμέσως μια δύσκολη επιχείρηση ανέλκυσης. Κατάφεραν να το ανασύρουν, το μετέφεραν στην Τεργέστη (Ιταλία) όπου επισκευάστηκε πλήρως και χρησιμοποιήθηκε ξανά. Αυτός είναι ο λόγος που το πλοίο κατάφερε να επιζήσει του πολέμου .Μετονομάστηκε αργότερα σε Luisa (1947) και τελικά οδηγήθηκε για διάλυση (σκραπ) το 1960 στην Ιταλία.

Η ταυτοποίηση της επίθεσης και όσα θα μπορούσε να μας πει η φωτογραφία
Η ταυτοποίηση του πλοίου έγινε με σύγκριση της φωτογραφίας του πλοίου που βυθίζεται με αυτή που υπάρχει στην ψηφιακή συλλογή του DieselHouse (ιστορικό μουσείο της Burmeister & Wain στη Δανία) https://www.flickr.com/photos/ dieselhouse/with/14408913639
Το ανάγλυφο της περιοχής που βυθίζεται το πλοίο επίσης ταιριάζει με τη γεωμορφολογία της Σαλαμίνας. Με δεδομένο ότι η περιγραφή της φωτογραφίας από τον πωλητή ανέφερε αεροπορικό βομβαρδισμό στην Ελλάδα κατά τη Γερμανική εισβολή και με δεδομένο ότι όλα τα άλλα τάνκερ που βομβαρδίστηκαν και βυθίστηκαν στον Ελληνικό θαλάσσιο χώρο έχουν ταυτοποιηθεί με φωτογραφικό υλικό οδηγούμαστε με ασφάλεια στην περίπτωση του Marie Maersk.
Το φτερό του αεροπλάνου που διακρίνεται ανήκει κατά πάσα πιθανότητα σε Γερμανικό μέσο βομβαρδιστικό/αναγνωριστικό Heinkel He 111.
Στοιχεία που οδηγούν σε αυτή την εκτίμηση:
Το σχήμα και οι λωρίδες: Το φτερό έχει το σχετικά τετραγωνισμένο τελείωμα (wingtip) με τις χαρακτηριστικές λωρίδες αναγνώρισης της Luftwaffe που παραπέμπει σε αυτόν τον τύπο αεροπλάνου.
Η οπτική γωνία: Η λήψη γίνεται από τη θέση του παρατηρητή ενός χαμηλοπτέρυγου αεροσκάφους (low-wing aircraft), με το φτερό να εκτείνεται ακριβώς κάτω από το οπτικό πεδίο.
Η θολή, ελαφρώς πιο ανοιχτόχρωμη λωρίδα είναι πετρελαιοκηλίδα ή διαρροή καυσίμων, η οποία παρασύρεται από τα θαλάσσια ρεύματα και διακρίνεται στην επιφάνεια. Το γεγονός ότι η κηλίδα δεν έχει απλωθεί υποδηλώνει ίσως ότι η βύθιση έχει συμβεί το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα
Η καθίζηση της πρύμνης: Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά τη γραμμή πλεύσης) του πλοίου, το πίσω μέρος (η πρύμνη) βρίσκεται ασυνήθιστα χαμηλά στο νερό σε σχέση με την ψηλή, ανασηκωμένη πλώρη. Η πρύμνη έχει «καθίσει» στο βυθό (αμμώδης ή ρηχός πυθμένας κοντά σε ακτή) χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η βύθιση του πλοίου.
Το φαινόμενο “Near Miss” : Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πάρα πολλά πλοία βυθίζονταν χωρίς να δεχτούν άμεσο πλήγμα. Οι βόμβες που έπεφταν δίπλα στο κύτος μέσα στο νερό (near misses) λειτουργούσαν σαν υποβρύχιες νάρκες. Η υδροστατική πίεση της έκρηξης παραμόρφωνε ή έσκιζε τα ελάσματα στα ύφαλα (κάτω από την επιφάνεια του νερού), προκαλώντας ακαριαία εισροή υδάτων στο εσωτερικό , χωρίς να αφήνει ίχνη φωτιάς ή καπνού στο ορατό κατάστρωμα.
Σε πλοία που κάθονται στον πυθμένα λόγω ρηγμάτων, η διαδικασία της πλήρους καθίζησης, της σταθεροποίησης στα αμμώδη αβαθή και της σταδιακής εισροής υδάτων σε όλα τα στεγανά διαμερίσματα παίρνει κάποιο χρόνο. Η εικόνα δείχνει το πλοίο σε μια «μεταβατική» κατάσταση αμέσως μετά το πλήγμα. Η Luftwaffe συνήθιζε να στέλνει αεροσκάφη αναγνώρισης (ή τα ίδια τα αεροπλάνα της επίθεσης τραβούσαν φωτογραφίες κατά την αποχώρησή τους ή σε επόμενο κύμα την ίδια/επόμενη ημέρα) για την αξιολόγηση της ζημιάς. Ήθελαν να επιβεβαιώσουν αν ο στόχος εξουδετερώθηκε ώστε να μην ξοδέψουν άλλες βόμβες. Αυτή η φωτογραφία εξυπηρετεί ακριβώς αυτόν τον σκοπό, άρα τραβήχτηκε στο άμεσο χρονικό παράθυρο του βομβαρδισμού
