Swastika on the Acropolis: The truth behind the myths

WW2 in Greece

By Pierre Kosmidis

Πολλές φορές, ένας βολικός μύθος είναι προτιμότερος από την ιστορική αλήθεια, σε σημείο που κάποια στιγμή γίνεται “εθνικό αφήγημα”, παρά το ότι οι ιστορικές πηγές και τα τεκμήρια καταδεικνύουν ότι ο μύθος έχει τόση σχέση με την πραγματικότητα, όση και ο… φάντης με το ρετσινόλαδο.
Μια τέτοια περίπτωση είναι η έπαρση της ναζιστικής σημαίας στην Ακρόπολη στις 27 Απριλίου του 1941 και η σχεδόν ταυτόχρονη “υπόθεση Κουκκίδη”, η οποία παρά το ότι δεν έχει επιβεβαιωθεί από καμία πλευρά, ούτε από την πλέον αρμόδια ΔΙΣ (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού), αλλά ούτε από την αναδίφηση των ναζιστικών και ελληνικών αρχείων της περιόδου εκείνης έχει αποκτήσει μια αληθοφανή διάσταση, σε σημείο που αναπαράγεται ένθεν κακείθεν ως πραγματική.
Χάρη σε σπάνιες και μέχρι πρόσφατα αδημοσίευτες φωτογραφίες-ιστορικά τεκμήρια της εποχής από το αρχείο του φίλου συλλέκτη Χρήστου Βαγιωνάκη και κάποιες από τη συλλογή του ιστολογίου, φωτίζεται μια σελίδα της ιστορίας, όπως πραγματικά συνέβη και όχι όπως θα ήθελαν κάποιοι –για τους δικούς τους λόγους- να έχει συμβεί.
Είναι χαρακτηριστική της διάθεσης μυθοποίησης η πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής της Αθήνας στις αρχές του 21ου αιώνα,  με έφεση στην… καγκελόφραξη και τις πομπώδεις και ανούσιες εικαστικές παρεμβάσεις, η οποία έφτασε μάλιστα στο σημείο να τοποθετήσει  σε περίοπτο σημείο στους πρόποδες του Ιερού Βράχου, αναθηματική στήλη για ένα περιστατικό που όπως δείχνουν τα ιστορικά δεδομένα… δε συνέβη ποτέ, με τις… «ευλογίες» μάλιστα του Μανόλη Γλέζου, ο οποίος με τον Λάκη Σάντα άρπαξαν και πέταξαν το ναζιστικό πανί από την Ακρόπολη το βράδυ της 30ης προς την 31η Μαΐου του 1941, όπως εμφαίνεται τόσο από τις ανακοινώσεις του ναζί φρουράρχου των Αθηνών, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στον κατοχικό και υπό καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας αθηναϊκό Τύπο της εποχής, όσο και από τις αφηγήσεις μαρτύρων, πολύ πριν η πρώτη καταγεγραμμένη πράξη αντίστασης στην Αθήνα γίνει πεδίο ιδεολογικών -και όχι μόνο- αντιπαραθέσεων, η οποία με διάφορες εξάρσεις συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.
Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ο οποίος συντηρείται εδώ και δεκαετίες ο «εύζωνας» ή «μέλος της ΕΟΝ», ή «στρατιώτης», ή «πατριώτης» ή «δεκαεπτάχρονος» Κουκκίδης, όταν είδε τους ναζί να μαγαρίζουν με την παρουσία τους τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, τυλίχθηκε με την ελληνική σημαία και έπεσε στο κενό από τα τείχη. Μικρή σημασία έχει ότι ο Κουκκίδης, ήταν 50 ετών το 1941, δηλαδή σε ηλικία… πέμπτης εφεδρείας.
Το ιστορικό της έπαρσης της ναζιστικής σημαίας
 
Στις 07:30 ώρα της 27ης Απριλίου μια φάλαγγα Γερμανών μοτοσικλετιστών με την συνοδεία δύο τεθωρακισμένων αυτοκινήτων διέσχισαν την λεωφόρο Κηφισίας, τις οδούς Αμαλίας και Διονυσίου Αρεοπαγίτου και έφτασαν στην Ακρόπολη.
Δύο ναζί, ο ίλαρχος Γιάκομπι και ο υπολοχαγός Έλσνιτς ήταν επικεφαλής του αγήματος και αυτοί έκαναν την έπαρση της ναζιστικής σημαίας και έστειλαν το ακόλουθο μήνυμα στον παράφρονα δικτάτορα Χίτλερ:
Προς τον Φύρερ και Καγκελάριο του Ράιχ, Βερολίνο.
Φύρερ μου
Την 27 Απριλίου και ώρα 08:10 πρωινή εισήλθαμε στην Αθήνα ως τα πρώτα γερμανικά στρατεύματα και την 08:45 υψώσαμε τη γερμανική σημαία επί της Ακροπόλεως και του Δημαρχείου.
Χάιλ Μάιν Φύρερ
Ίλαρχος Γιάκομπι-Υπολοχαγός  Έλσνιτς
Μα ποιος ήταν επιτέλους ο αληθινός Κωνσταντίνος Κουκκίδης;
Ο… πραγματικός Κωνσταντίνος Κουκκίδης, γεννηθείς το 1891, εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες και έφυγε από το μάταιο τούτο κόσμο το 1974.
Σύμφωνα με το βιβλίο του Νίκου Παπαδημητρίου «Οι συγγραφείς της αθηναϊκής δημοσιογραφίας», Εκδόσεις Γιοβάνης,(τόμος πρώτος, σελ.122), ο Κουκκίδης γεννήθηκε στη Γέννα της Ανατολικής Θράκης. Ακολούθησε νεότατος το δημοσιογραφικό επάγγελμα στο οποίο και αφοσιώθηκε μέχρι το θάνατό του.
Εργάστηκε κατά διαστήματα ως ρεπόρτερ, σχολιογράφος, αναγνωσματογράφος και μεταφραστής στις εφημερίδες «Εστία», «Ελεύθερον Βήμα», «Η Καθημερινή», «Αθηναϊκά Νέα» κ.α. με θετικές επιδόσεις και δημοσιογραφικές επιτυχίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Επί ένα χρονικό διάστημα στην περίοδο του μεσοπολέμου [1923-1935] ήταν ανταποκριτής στο Παρίσι των αθηναϊκών εφημερίδων «Εστία» και «Ελεύθερον Βήμα», στις οποίες δημοσίευσε σειρά από ρεπορτάζ, έρευνες και άρθρα για τις πολιτικοστρατιωτικές και διπλωματικές ζυμώσεις στον ευρωπαϊκό χώρο, σε μια εποχή διεθνών μεταβολών και ανακατατάξεων.
Κατά την μακρά παραμονή του στην γαλλική πρωτεύουσα του δόθηκε, επίσης, η ευκαιρία να μελετήσει τα εξωτερικά προβλήματα της Ελλάδας στα πλαίσια των παγκοσμίων εξελίξεων, συγκεντρώνοντας στοιχεία και μαρτυρίες που χρησιμοποίησε σε κατοπινές μελέτες του.
Το Κυπριακό, η ελληνική εξωτερική πολιτική, η διπλωματική θέση της Ελλάδας, η ζωή των Ελλήνων φοιτητών του εξωτερικού και οι άγνωστες σελίδες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στη Βαλκανική, αποτέλεσαν μερικούς από τους στόχους των ερευνών του, οι οποίες και αξιοποιήθηκαν αργότερα σε αξιόλογο συγγραφικό έργο.
Τις ερευνητικές του δραστηριότητες συμπλήρωσε με συνεντεύξεις που πήρε κατά καιρούς από διεθνείς προσωπικότητες της πολιτικής και της επιστήμης. Η αλληλογραφία με επίσημα πρόσωπα, τα διάφορα έγγραφα και πειστήρια και οι αυθεντικές μαρτυρίες που έχει καταχωρήσει σε πολλά βιβλία του, θεωρούνται αδιάσειστα ιστορικά «ντοκουμέντα» και υπεύθυνες πηγές πληροφοριών.
Διετέλεσε ανταποκριτής στην Αθήνα του «Petit Parisien» στο οποίο δημοσίευσε πολλά άρθρα από την ελληνική επικαιρότητα της εποχής του. Συνεργάστηκε, επίσης, στη «France Illustrasion» με ρεπορτάζ και σχόλια για την ελληνική πολιτική, κοινωνική και φιλολογική ζωή.
Έγραψε αρκετά ιστορικά και άλλα έργα, φιλολογικά μελετήματα, ευθυμογραφήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, λαογραφικές και αρχαιολογικές πραγματείες  και τουριστικά ρεπορτάζ.
Τα κείμενά του για πολλά δραματικά γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη, ελληνική ιστορία, εκτός από τη φιλολογική τους αξία, αποτελούν και πολύτιμες μαρτυρίες. Ορισμένα από τα βιβλία του εκδόθηκαν στα γαλλικά και στα αγγλικά. Το έργο του «La Grece inconnue ne fais plus mystere» διακρίθηκε με το χαρακτηρισμό του ως «τουριστικού» από τη Διεθνή Ακαδημία Τουρισμού του Μονακό. Ως «διδακτικό» το χαρακτήρισε και επιτροπή καθηγητών της Σορβόννης.
Οι σημαίες της Ακρόπολης – Απρίλιος-Ιούνιος 1941
Λίγο αργότερα από την έπαρση της ναζιστικής σημαίας υψώθηκε σε άλλον ιστό η ελληνική σημαία, πλάι στη γερμανική.
Από τις πηγές της εποχής δεν φαίνεται σαφώς αν προηγήθηκε υποστολή της ελληνικής σημαίας ή αν δεν είχε γίνει έπαρσή της εκείνο το ταραγμένο πρωινό, πάντως το βέβαιο είναι ότι λίγη ώρα αργότερα και οι δυο σημαίες κυμάτιζαν η μία πλάι στην άλλη.
Γερμανικές σημαίες υψώθηκαν επίσης στο δημαρχείο. Η επίσημη παράδοση της Αθήνας και του Πειραιά στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή έγινε στις 10:30 από τον δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά, τον στρατηγό Καβράκο, το νομάρχη Αττικής και το δήμαρχο Πειραιώς, στο καφενείο «Παρθενών», γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας.
Ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής αποφάσισε να υψώσει σε διπλανό ιστό στην Ακρόπολη και την ελληνική σημαία, αναγνωρίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι η παραμονή των στρατευμάτων του είναι προσωρινή, ότι δεν προσαρτά το κατεχόμενο έδαφος και ότι η εθνική ανεξαρτησία δεν καταργείται.
Υπό το πνεύμα αυτό, η διαταγή του ήταν ότι σε όποιο δημόσιο χώρο ή κτήριο υπάρχει η ελληνική σημαία, παραπλεύρως να υψώνεται η σβάστικα.
Η γερμανική σημαία υψωνόταν μόνη σε όσα κτήρια στεγάζονταν στρατιωτικές υπηρεσίες του κατακτητή, ενώ σε όλη την Ελλάδα αποκλειστικά σε ένα κτίριο επετράπη να υψωθεί μόνη η ελληνική: Στο κτήριο των Παλαιών Ανακτόρων, όπου έδρευε η ελληνική κατοχική κυβέρνηση.
Αυτό ήταν μια παραχώρηση για να αναγνωριστεί η εθνική κυριαρχία και ότι η γερμανική κατοχή ήταν προσωρινή.
Δύο μήνες αργότερα, μετά από την κήρυξη του γερμανοσοβιετικού πολέμου, οπότε η διοίκηση παραχωρήθηκε από τους Γερμανούς στους Ιταλούς, στα δημόσια κτήρια προστέθηκε από τις 25 Ιουνίου 1941 και τρίτη σημαία, η ιταλική.
Διαβάστε περισσότερα στις ακόλουθες πηγές: ΕΔΩ, ΕΚΕΙ και ΠΑΡΑΠΕΡΑ