Το Μοναστηράκι που χάνεται και ο κυρ Αχιλλέας που συνεχίζει… ακμαιότατος

Interviews, WW2, WW2 in Greece

By Pierre Kosmidis

Το Μοναστηράκι, στις υπώρειες της Ακρόπολης, έχει τη δική του σημαντική πορεία στην Ιστορία, είναι ωστόσο γνωστό και ως “γιουσουρούμ”.

Μέσα στο μυαλό μου ο Νικόλας Άσιμος σιγοτραγουδάει το στιχάκι: «κι εμείς ξεπουλιόμαστε στο γιουσουρούμ, για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ», ενώ σκέφτομαι ότι σε κανένα σημείο του πλανήτη δεν αγκαλιάζει τόσο αρμονικά η Ανατολή τη Δύση, όσο στην περιοχή γύρω από το Μοναστηράκι.

Αφήνοντας πίσω το Τζαμί του Τσισδαράκη (μα, έχουμε Τζαμί στην Αθήνα;) και την παλιά καθολική εκκλησία του Μπονεφάτση (τη σημερινή Παναγία Παντάνασσα) μπαίνουμε στο Γιουσουρούμ, όπως γράφει ο Γιώργος Δαμιανός και συνεχίζει:

Δίχως φανφάρες, υστερίες, πατριωτικές κορώνες και αντισημιτικές χυδαιότητες συνυπάρχουν, χιλιάδες χρόνια τώρα, οι δωδεκαθεϊστές (η αρχαία Αγορά και η βιβλιοθήκη του Αδριανού), οι Μουσουλμάνοι (Τζαμί του Τσισδαράκη, σημερινό μουσείο Λαϊκής Τέχνης), οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι στην ίδια εκκλησία (την Παναγία Παντάνασσα) και οι Ιουδαίοι, γόνος των οποίων έδωσε το όνομα του στην περιοχή.

20151101_151127(0)

Πρόκειται για την εβραϊκή οικογένεια του Νώε Γιουσουρούμ ή Γιεσουρούμ, που ήρθε το 1863 από τη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε στο Μοναστηράκι ως παλαιοπώλης μαζί με άλλες οικογένειες ομοθρήσκων του.

Ήταν, μάλλον, ένας αξιαγάπητος άνθρωπος που οι Αθηναίοι τον συμπάθησαν και προς τιμήν του ονόμασαν ολόκληρη την περιοχή της πλατείας Αβησσυνίας, ως Γιουσουρούμ.

Κάποιος από την οικογένεια των Γιεσουρούμ είχε διατελέσει και πρώτος πρόεδρος του σωματείου παλαιοπωλών, που είχε ιδρυθεί το 1922. Η εβραϊκή λέξη είναι Γιεσουρούμ και σημαίνει «άνθρωπος του Γιαχβέ».

Στις μέρες μας πια, το Μοναστηράκι χάνει σιγά-σιγά το παλιό του χρώμα. Μοδάτα μπαρ, καφετέριες, φαστφουντάδικα, τουριστικά καταστήματα της κακιάς ώρας και άπειρα… παπουτσάδικα (!) αντικαθιστούν τα μαγαζάκια που πουλούσαν για δεκαετίες κάθε τι παλιό και άχρηστο για τους πολλούς, θησαυρό πραγματικό όμως για εκείνους που ψάχνουν ανάμεσα σε ενθυμήματα άλλων εποχών.

Ακόμα και σήμερα όμως, υπάρχουν γωνιές, λες κι έχουν ξεχαστεί από το χρόνο. Στην Ηφαίστου, σε μια στοά, ο κυρ Αχιλλέας κάθεται έξω από το ελάχιστων τετραγωνικών μαγαζάκι του και πιάνει κουβέντα με τους φίλους του.

Είμαι τακτικός επισκέπτης στου κυρ Αχιλλέα, τις περισσότερες φορές για να του πω την καλημέρα μου και να ακούσω και μια από τις παροιμίες του και λίγες φορές για να παζαρέψω κάνα σκουριασμένο αντικείμενο που μου… γυάλισε.

Τάματα, οικογενειακά κειμήλια, παλιά είδη, αντίκες, μικροπράγματα, όλα χωράνε στο μαγαζάκι του κυρ Αχιλλέα.

20151101_151145

Ημουν περαστικός όταν ήρθε μια πελάτισσα που έψαχνε τάματα… μορίων, αιδοίων και γυναικείων στηθών. “Καλά, υπάρχουν τέτοια;” τον ρώτησα. “Φυσικά υπάρχουν, όταν δε δουλεύει το… σύστημα, ο άνθρωπος αναζητά τη θεϊκή βοήθεια”, λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου.

“Εγώ ήρθα εδώ στις 24 Αυγούστου του 1979, το θυμάμαι σαν σήμερα”, λέει ο κυρ Αχιλλέας και συνεχίζει: “Ο κόσμος ψάχνει κάθε είδους αντικείμενα κι εγώ είμαι εδώ για να του τα πουλάω”.

Πως πάνε οι δουλειές, η επόμενη ερώτηση και ο κυρ Αχιλλέας απαντάει “στενοχωριέμαι γιατί οι εποχές αλλάζουν, έχουν πια μείνει 2-3 μαγαζάκια σαν το δικό μου, παλιά υπήρχαν δεκάδες”.

Η παλιά γενιά, υπακούοντας στα κελεύσματα του χρόνου σταδιακά αποσύρεται, ο κυρ Αχιλλέας όμως εκεί, στο πόστο του χειμώνα-καλοκαίρι, ακμαιότατος! “Έχω ανθρώπους που έρχονται εδώ και 35 χρόνια, άλλους που έρχονται συστημένοι από την Ευρώπη, την Αμερική, ακόμα και την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.
“Πούλα και μετάνιωνε και βερεσέ μη δίνεις”, λέει με ένα χαμόγελο και αμέσως… πετάει και την αγαπημένη του παροιμία:

“Μουνί αγάμητο και πράμα απούλητο δε μένει”.

Αυτός είναι ο κυρ Αχιλλέας, μια μορφή στο Μοναστηράκι.

Πέντε λεπτά παρέα, τη… μιζέρια κάνει πέρα 🙂