Άγνωστες πτυχές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-41, μέσα από τα μάτια των κατοίκων της Κλεισούρας – Γ’ Μέρος

WW2

By Pierre Kosmidis

Η πρώτη φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του διακεκριμένου ερευνητή Δ. Σκαρτσιλάκη 

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος του 1940-41 στα βουνά της Αλβανίας έχει αποτυπωθεί σε πληθώρα βιβλίων, είτε από την ελληνική, είτε από την ιταλική πλευρά.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Α’ ΜΕΡΟΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Β’ ΜΕΡΟΣ

 

Ελάχιστες ωστόσο είναι οι μαρτυρίες που καταγράφουν τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν τον πόλεμο οι κάτοικοι των περιοχών, στις οποίες οι δύο στρατοί έδωσαν σκληρές μάχες, αφήνοντας τα σημάδια τόσο στο τοπίο, όσο και στις μνήμες των Αλβανών.

Ο αναγνώστης του www.ww2wrecks.com Αριαν Μουράι, μοιράζεται τις αναμνήσεις των παππούδων του, οι οποίοι ήταν μικρά παιδιά το 1940, αλλά και του ίδιου, ο οποίος τη δεκαετία πλέον του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα, έπαιζε με τους φίλους του με τα απομεινάρια των μαχών.

Η αξία της μαρτυρίας αυτής έγκειται όχι μόνο στο γεγονός ότι βοηθάει να αποκτήσουμε μια πληρέστερη εικόνα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, συμπληρώνοντας τα στοιχεία που έχουμε από ελληνικής και ιταλικής πλευράς, αλλά παράλληλα φωτίζει άγνωστες πτυχές του, μέσα από τα μάτια του άμαχου πληθυσμού που βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά.

Πουλούσαν τα όπλα για έναν… “Ναπολέοντα”!

“Οι Ιταλοί έρχονταν από πίσω από την Τρεμπεσίνα, από τη μεριά του Τεπελενιού και προσπάθησαν να κατεβάσουν 350 περίπου αλπινιστές. Οι Έλληνες όμως τους εντόπισαν και τους εξόντωσαν με βολές πυροβολικού από απέναντι. Ακόμα και ο πιο φτωχός κάτοικος μάζεψε και πούλησε τα όπλα προς ένα “Ναπολέοντα”, όπως λέγανε τα γαλλικά φράγκα και έγινε πλούσιος!

A
Υπάρχει και το άλλο γεγονός από το πόλεμο, αυτη τη φορά, από τη μαρτυρία του θείου της μάνας μου από άλλο χωριό.

Τότε όλοι οι κάτοικοι της περιοχής γύρω από την Κλεισούρα έως την Πρεμετή, είχαν πάει να βοηθήσουν τον ελληνικό στρατό, φράζοντας το ποτάμι.

Αυτό το ποτάμι είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στην Αλβανία, έρχεται από την Ελλάδα και μπαίνει σε εμάς στην περιοχή Μέρτζανη.

C
Λοιπόν, ο ελληνικός στρατός, αφού είχε πάρει την Πρεμετή, έφραξε το ποτάμι το οποίο το χειμώνα κατεβάζει πολύ νερό και μετά έσπασαν το φράγμα, ώστε να πάρει μπροστά του ό,τι έβρισκε, συγκεκριμένα στην Κλεισούρα, την στρατοπέδευση του ιταλικού στρατού.
Για εμάς, οι Ιταλοί, ήταν κατακτητές. Εννοείται ότι τους μισούσαμε!

B
Το λέω, διότι στην Ελλάδα υπάρχει αυτή η αίσθηση, ότι δηλαδή βοηθήσαμε τους Ιταλούς.

Η περιοχή που σου περιγράφω, από την Πρεμετή έως το Τεπελένι και η Κλεισούρα ενδιάμεσα δεν ξέρουν ελληνικά.

D

Υπάρχει βέβαια η ελληνική μειονότητα, από την Μέρτζανη έως την Πρεμετή (Përmeti).

Ολοι όμως, είχαν σπεύσει να βοηθήσουν τον ελληνικό στρατό.

E
Δεν το έβλεπαν με την έννοια ότι θα τους απελευθέρωνε και ούτε ήταν Έλληνες εντός Αλβανίας που ελπίζανε ότι θα ενώνονταν με την Ελλάδα.

Απλά, οι Έλληνες πολεμούσαν για την ελευθερία τους και είχαν απωθήσει τους φασίστες του Ντούτσε πολύ μέσα στην Αλβανία.

F

 

Βέβαια, δεν ήταν ότι διάλεξαν σαν να ήταν… οπαδοί! Ξέραν ότι οι Έλληνες ήταν με το δίκιο, το σωστό, γι αυτό και βοηθούσαν.

Μετά το πόλεμο, στο σπίτι του παππού μου, οι παρτιζάνοι (αντάρτες) έφεραν τον Ερνέστο, από το Παλέρμο μάλλον και κάθισε με εμάς για έναν χρόνο.

G

Ένας άλλος Ιταλός βρισκόταν σε μια άλλη οικογένεια παρακάτω από τον παππού μου.

Μάλιστα, ο δεύτερος, όταν έφυγε για Ιταλία μετά το πόλεμο, του έδωσε τα παπούτσια του ο οικογενειάρχης της οικογένειας αυτής.

Ωστόσο, ούτε ο Ερνέστο και ούτε ο άλλος δεν εμφανίστηκαν ποτέ, ούτε με γράμματα και ούτε μετα την πτώση της δικτατορίας.

Τι να απέγιναν άραγε αυτοί οι άνθρωποι;

Ο δικτάτορας λεγόταν Enver Hoxha (Εμβέρ Χότζα).

H
Μαζί με άλλους νέους κομμουνιστές τότε, κολλούσαν προκυρήξεις στους τοίχους και τις κολώνες τη νύχτα και τα ρίχνανε παντού την ημέρα με κείμενα τα οποία λέγανε – Σαμποτάρετε τους Ιταλούς! Να μην συμμετέχουμε στον πόλεμο ενάντιον του ελληνικου αδερφικού λαού και να τους βοηθήσουμε!

Πίσω στον πόλεμο τώρα.

I

Χάρτης του 1917 (Συλλογή Γεωργίου Κρικέλα)

Παρά το γεγονός ότι οι νεκροί στην πλειοψηφία τους είχαν βρεθεί και είχαν μαζευτεί σε ένα νεκροταφείο (οι Έλληνες) και πίσω στην Ιταλία οι Ιταλοί σκοτωμένοι, στα χρόνια του αγροτικού συνεταιρισμού (όπως λεγόταν), τότε που δεν έμενε ούτε ένας πόντος γης αδούλευτος, ήταν πάρα μα πάρα πολλές οι περιπτώσεις που οστά έβγαιναν στην επιφάνεια κατά το όργωμα!

Λόγω περιβάλλοντος, ήταν δύσκολο να δουλέψουν τη γη τα τρακτέρ και σκάβανε με τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή δυο βούβαλοι που τραβούσαν το υνί και όργωναν σιγά-σιγά τα χωράφια.

Κάθε κάτοικος, ξεκινώντας από τον παππού μου είχε βρεί οστά και προπαντός υπήρχε οδηγία να προσέχουν να μένουν μακριά από άσκαστες χειροβομβίδες.

J
Βέβαια, όλοι κάναν την προσευχή τους να μην πέσει το βουβάλι ή το υνί πάνω σε χειροβομβίδα. Σκέψου τι άγχος!

Παίζανε με τη ζωή τους κάθε μέρα!

Ξεκινώντας από την Κλεισούρα και παίρνοντας με την σειρά τους τα χωριά ανεβαίνοντας λέγονται Μπεντουκάς – Τόλαρ -Λεσκοβέτς σε πρώτο ύψωμα και μετά το χωριό που μιλάμε Τζάναι και μετά απο αυτό, Μερτίν – Μπένιε-Φράταρ.

Όλη αυτή η μικρή περιοχή, έως το ξεκίνημα των νομων Μπέρατι και Σκραπάρ, λέγεται Ντισνίτσα.

Οι Έλληνες ερχόμενοι από την Πρεμετή, είχαν ανεβει στα βουνά απέναντι και μπήκαν στην Ντισνίτσα πρώτα από το Φράταρ μετά το Μπένιε, Μερτίν (το χωριό του πατέρα μου) και δίνανε τις μάχες στο ύψωμα πάνω από το χωριό Τζάναι (το χωριό της μητέρας μου).

Για την ακρίβεια, το σπίτι του παππού μου, είναι το τελευταίο πάνω, δηλαδή το πλησιέστερο στο ύψωμα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ακριβώς στην κορυφή, έγινε ένα μεγάλο έργο.

Μια τεχνητή λίμνη για τις ανάγκες άρδευσης των καλλιεργειών.

Ακόμα και τότε βρίσκανε πάρα πολλές σφαίρες, άσκαστες χειροβομβίδες και σκουριασμένα όπλα, ενώ ακόμα και σήμερα μπορεί να βρεί κάποιος τα υπολείμματα του πολέμου, όπλα, κράνη, πυρομαχικά και άλλα.

Σήμερα, το χωριό είναι παρατημένο και η βλάστηση, έχει αρχίζει να το καλύπτει.

Μόνο κάθε Οκτώβρη κάποιοι γυρνάνε, όπως ο πεθερός μου και φτιάχνουν τσίπουρο.

Εγώ φέτος επιδιώκω να πάω και σίγουρα θα βγάλω πάρα πολλές φωτογραφίες.”